καταβατικός


καταβατικός
κατα-βατικός, ή, όν, zum Hinabsteigen geeignet

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • καταβατικός — affording a means of descent masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβατικός — ή, ό (AM καταβατικός, ή, όν) [καταβαίνω] νεοελλ. 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην κατάβαση 2. φρ. «καταβατικός άνεμος» άνεμος που κινείται προς τα κάτω, κατά μήκος τής πλαγιάς ενός βουνού, λόγω τής βαρύτητας μσν. φρ. «καταβατική σπαθέα»… …   Dictionary of Greek

  • καταβατικῶν — καταβατικός affording a means of descent fem gen pl καταβατικός affording a means of descent masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβατικόν — καταβατικός affording a means of descent masc acc sg καταβατικός affording a means of descent neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβατικοῦ — καταβατικός affording a means of descent masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβατικούς — καταβατικός affording a means of descent masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβατική — καταβατικός affording a means of descent fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • catabatic — adjective of an air current or wind; moving downward or down a slope because of cooling especially at night • Syn: ↑katabatic • Ant: ↑anabatic (for: ↑katabatic) • Topics: ↑meteorology * * * …   Useful english dictionary


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.